Ανάμεσα στα μπλοκμπάστερ και το Ιντερνετ

Ο πολιτισμός κυριαρχείται από τα «σουξέ» και τα έργα μικρής εμβέλειας.

Το φετινό καλοκαίρι, όπως και όλα τα καλοκαίρια των τελευταίων χρόνων, τα μπλοκμπάστερ κάνουν δυναμική εφόρμηση στις οθόνες των κινηματογράφων. Δεν έχει σημασία τι θα γράψουν οι κριτικοί για τους «Πειρατές της Καραϊβικής» Νο 2, ή για το «Ο Σούπερμαν επιστρέφει». Ο,τι κι αν πουν, ακόμα κι αν τα «θάψουν», αρκετοί άνθρωποι θα τους αγνοήσουν εξασφαλίζοντας στους παραγωγούς την επίτευξη του στόχου τους – που είναι η μαζική προσέλευση τις πρώτες μέρες προβολής της ταινίας.

Οι υψηλές εισπράξεις του πρώτου Σαββατοκύριακου είναι το μόνο που χρειάζεται μια ταινία για να χαρακτηριστεί «μπλοκμπάστερ» – μεγάλη εμπορική επιτυχία. Και είναι παράδοξο να βλέπεις ταινίες που σε κανέναν δεν άρεσαν να κατατάσσονται σ’ αυτή την κατηγορία. Πρόσφατο παράδειγμα ο «Κώδικας Ντα Βίντσι», ταινία που οι πάντες χαρακτήρισαν μετριότατη, αλλά παρ’ όλα αυτά έκανε εντυπωσιακό «άνοιγμα» στους κινηματογράφους. Οπως έγραψε κάποτε ο κριτικός Τομ Σόουν, «είναι απολύτως εφικτό για ένα στούντιο να αγοράσει την περιέργειά μας για ένα τριήμερο, χρονικό διάστημα που αρκεί για να βγάλει τα λεφτά που ξόδεψε. Δεν έχει σημασία αν μας αρέσει ή δεν μας αρέσει αυτό που βλέπουμε, αρκεί να καθόμαστε εκεί, ευχαριστημένοι ή όχι, σε επαρκείς αριθμούς».

Αν αυτό σας κάνει να νιώθετε μια κάποια μελαγχολία για την επικρατούσα κατάσταση στο πεδίο της κουλτούρας, μη στενοχωριέστε: υπάρχει ελπίδα στον ορίζοντα. Καθώς περνάτε έξω από το μούλτιπλεξ όπου παίζονται οι πρόσφατες χολιγουντιανές «επιτυχίες» και από το βιβλιοπωλείο–σούπερ μάρκετ όπου η βιτρίνα είναι γεμάτη με αντίτυπα ανούσιων μπεστ σέλερ, για να φτάσετε στο σπίτι όπου στα τηλεοπτικά προγράμματα κυριαρχούν τα διάφορα ριάλιτι σόου, ίσως σας φανεί ότι ζούμε σε μια εποχή όπου ελάχιστος χώρος υπάρχει για κάτι άλλο εκτός από τα μπλοκμπάστερ, τα μπεστ σέλερ, το κυνήγι της τηλεθέασης και τις διασημότητες της δεκάρας.

Η «μακριά ουρά»

Η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι διαφορετική. Αυτό υποστηρίζει τουλάχιστον στο βιβλίο του (The Long Tail) ο συγγραφέας Κρις Αντερσον, ο οποίος μας λέει ότι πίσω από την κυριαρχία του μπλοκμπάστερ και του μπεστ σέλερ υπάρχει ένας άλλος χώρος, όπου βασιλεύουν το μικρό και το εκκεντρικό, η «μακριά ουρά», όπως χαρακτηρίζει το φαινόμενο. Η «μακριά ουρά» (αυτός είναι και ο τίτλος του βιβλίου του) είναι αυτό που βλέπουμε στα διαγράμματα πωλήσεων μεγάλων λιανοπωλητών του Διαδικτύου, όπως η Amazon και τα iTunes, όπου μερικά επιτυχημένα βιβλία ή μουσικά κομμάτια μπορεί να αγοράζονται σε τεράστιους αριθμούς, αλλά οι περισσότερες πωλήσεις αφορούν βιβλία και μουσική που πουλούν ελάχιστα – δέκα, είκοσι ή δύο κομμάτια αντί για χιλιάδες. Για τους ψηφιακούς λιανοπωλητές, οι οποίοι έχουν τη δυνατότητα να διαθέτουν στους πελάτες τους τεράστιους καταλόγους που είναι αδύνατον να προσφέρουν τα συμβατικά μαγαζιά, αυτή η «μακριά ουρά» των μικρών πωλήσεων αποφέρει σημαντικά μεγαλύτερα έσοδα από το «κοντό κεφάλι» των μεγάλων πωλήσεων.

Υπάρχει κάτι άμεσα πειστικό στην άποψη του Αντερσον για την κατεύθυνση που έχει πάρει η κουλτούρα μας. Το μεγάλο καλό με τη σύγχρονη τεχνολογία είναι ότι δεν μας μετέτρεψε όλους σε μαζικούς καταναλωτές μαζικών πολιτιστικών προϊόντων. Ο τρόπος που αποφάσισαν οι άνθρωποι να χρησιμοποιούν το Ιντερνετ –ως πωλητές και ως αγοραστές– ενθαρρύνει την άνθηση των ενδιαφερόντων μικρού βεληνεκούς. Είμαι σίγουρη ότι πολύς κόσμος έχει αυτή την εμπειρία. Είναι μεγάλη χαρά να βρίσκεις στην Amazon ένα αστυνομικό θρίλερ που δεν υπάρχει πια στα βιβλιοπωλεία ή μια δυσεύρετη ταινία της Γκάρμπο στο eBay – υπάρχει χώρος για τον καθένα να ικανοποιήσει τις παλιομοδίτικες λόξες του αλλά και χώρος για τους εφήβους να «κατεβάζουν» γιαπωνέζικα καρτούν ή να παίζουν μεταξύ τους βιντεογκέιμ.

Είναι πολύ ευχάριστη αυτή η αισιοδοξία του Αντερσον για τη δυνατότητα επικοινωνίας που μας προσφέρεται με αυτά τα μέσα και τη σημασία της για το μέλλον. Η θέση του, πως έχει ενισχυθεί η δυνατότητα προσωπικής έκφρασης πίσω από την επιφάνεια της συμβατικής μαζικής κουλτούρας, έγινε ευνοϊκά δεκτή από πολλούς σχολιαστές. Εκείνο, όμως, στο οποίο καταλήγεις αν πειστείς από αυτή την εικόνα ενός πολιτισμού που δεν διαθέτει παρά μακριά ουρά και κοντό κεφάλι, είναι μια ενοχλητική απορία για το τι συμβαίνει σ’ αυτό που θα αποκαλούσαμε κορμό. Μια κουλτούρα διαιρεμένη ανάμεσα στις μαζικές επιτυχίες, τα λίγα «μεγάλα σουξέ» και τα πολυάριθμα μικρής απήχησης πολιτιστικά προϊόντα, μπορεί να βολεύει ορισμένους λιανοπωλητές, δημιουργούς και καταναλωτές, αλλά όχι όλους. Πολλοί συγγραφείς μπορεί να μη θέλουν να απευθυνθούν απλώς σε μια μικρή διαδικτυακή ομάδα αναγνωστών κι ωστόσο να μην είναι διατεθειμένοι να ακολουθήσουν συνταγές που ικανοποιούν ένα μαζικό αναγνωστικό κοινό. Πολλοί κινηματογραφιστές δεν θέλουν να κάνουν μόνοι τους ταινίες με ψηφιακή κάμερα και να τις πουλάνε σε πιτσιρικάδες στο MySpace, αλλά ούτε και ονειρεύονται να γυρίσουν ταινίες πολλών εκατομμυρίων με ψηφιακά εφέ που θα κάνουν θεαματικές εισπράξεις το πρώτο Σαββατοκύριακο της προβολής τους.

Προς το παρόν, υπάρχει χώρος για να δουλέψει κανείς σ’ αυτό το ενδιάμεσο διάστημα. Υπάρχουν, ας πούμε, διανομείς που υποστηρίζουν ανεξάρτητους κινηματογραφιστές διαθέτοντας ένα μικρό δίκτυο αιθουσών, καθώς και ανεξάρτητοι εκδότες που αναλαμβάνουν νέους συγγραφείς και τους βοηθούν να βγουν από τη μικρή γωνιά τους χωρίς να περιμένουν από τα βιβλία τους να γίνουν μπεστ σέλερ. Οπως όμως το μικρό βιβλιοπωλείο συνθλίβεται ανάμεσα στο σούπερ μάρκετ βιβλίων και τον ψηφιακό λιανοπωλητή, έτσι μπορεί κάποια στιγμή να διαπιστώσουμε ότι αν στην κουλτούρα μας κυριαρχήσουν το κοντό κεφάλι των μαζικών σουξέ, από τη μια μεριά, και η μακριά ουρά από την άλλη, κάτι πολύτιμο μπορεί να συνθλιβεί στη μέση.

kathimerini.gr



Αρέσει σε %d bloggers: