Η μαντινάδα

Ήταν μια μέρα ο Μανωλιός και κατέβηκε στην πόλη να αγοράσει μια
καμπαρντίνα. Μπαίνει στο μαγαζί, αγοράζει την καμπαρντίνα και
βγαίνοντας κουμπώνει κατά λάθος την κουμπότρυπα της καμπαρντίνας με το
κουμπί του πουκαμίσου. Προχωράει πιο κάτω και συναντάει το Μιχαλιό:

– Ε, ρε Μιχαλιό, τι κάνεις;
– Καλά είμαι, ορέ Μανωλιό. Ωραία καμπαρντίνα, αλλά μωρέ πώς να στο πω, την
έχεις κουμπώσει στραβά και αν πας στο χωριό θα σε κοροϊδεύουν!!
– Εμένα έτσι μ’ αρέσει, και άντε και γ…!!!

Παρακάτω συναντάει τον Σήφη.
– Ε, ρε Σηφαλιό, τι κάνεις;
– Καλά είμαι, ωρέ Μανωλιό. Ωραία καμπαρντίνα, αλλά μωρέ πώς να στο πω, την
έχεις κουμπώσει στραβά και αν πας στο χωριό θα σε κοροϊδεύουν!!
– Εμένα έτσι μ’ αρέσει, και άντε και γ…!!!

Φεύγει νευριασμένος ο Σήφης, και συναντά το Μιχαλιό. Συζητώντας λένε ότι
συνάντησαν τον Μανωλιό, και μόλις του είπαν για την καμπαρντίνα τους
έβρισε, και αποφασίζουν να πάρουν τηλέφωνο τον θείο του, να του το πει με
τρόπο. Φτάνοντας στο σπίτι ο Μανωλιός, χτυπάει το τηλέφωνο:
– Έλα ρε θείε, τι κάνεις;
– Τι να κάνω παιδί μου; Εδώ κάθομαι και προσπαθώ να τελειώσω μία μαντινάδα.
Δεν έρχεσαι να πιούμε κάνα ρακί και να την τελειώσουμε μαζί; Πάει ο
Μανωλιός στον θείο του, και καθώς πίναν ρακή, λέει ο Μανωλιός:

– Ρε θείε, πες μου την μαντινάδα.

Θείος: -Της καμπαρντίνας το κουμπί είναι του πουκαμίσου

Μανωλιός: – Όλοι γαμιούνται σήμερα, άντε και συ γαμήσου



Αρέσει σε %d bloggers: